Η αβάσταχτη ελαφρότητα της… «δημοσιογραφίας»!

Άρθρο του Δημήτρη Αργυράκη

«Όποιος σήµερα θέλει να πολεµήσει την ψευτιά και την αµάθεια και να γράφει την αλήθεια, έχει να ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράφει την αλήθεια, παρόλο που παντού την καταπνίγουν – την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει, παρόλο που τη σκεπάζουν παντού – την τέχνη να την κάνει ευκολομεταχείριστη σαν όπλο – την κρίση να διαλέξει εκείνους, που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποχτήσει δύναµη – την πονηριά να τη διαδώσει ανάµεσά τους. Αυτές οι δυσκολίες είναι µεγάλες για κείνους που γράφουν κάτω απ΄το φασισµό, υπάρχουν όµως και γι΄ αυτούς που τους κυνήγησαν ή που έφυγαν, ακόµα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας».

 Μπέρτολτ Μπρέχτ

«Αν υπήρχε κάτι που μισούσε περισσότερο από τις συμμορίες των εργοδοτών, από τις ερωμένες των Ισπανών αριστοκρατών και από τους λαχειοπώλες (τους τελευταίους επειδή διέδιδαν την πίστη σ’ έναν ψεύτικο παράδεισο) ήταν οι πουλημένοι δημοσιογράφοι: οι πιο πουτάνες από τις πουτάνες, που είχαν εισχωρήσει στο ευγενέστερο επάγγελμα του κόσμου». Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Το ποδήλατο του Λεονάρντο» του Paco Ignacio Taibo. Είχε δίκιο ο λατινοαμερικάνος συγγραφέας που μισούσε τους «πουλημένους» δημοσιογράφους – σίγουρα πολλοί συμμερίζονται την αποστροφή του, αφού υπάρχει ένα είδος «δημοσιογραφίας» που δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τη λειτουργία της ενημέρωσης και την εξυπηρέτηση της αλήθειας. Προσιδιάζει περισσότερο σε μαφία και ταλαντεύεται μεταξύ του εκβιασμού και της «κατινιάς». Έχει χρώμα. Είναι κίτρινη. Όχι όπως το χαρτί των παλιών εφημερίδων, που τις φυλάμε γιατί κατέγραψαν ένα  σημαντικό κοινωνικοπολιτικό συμβάν ή φιλοξένησαν ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ. Είναι το κίτρινο της αηδίας.

Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος του Χαβιέρ Θέρκας «Οι νόμοι των συνόρων», λέει σ’ ένα σημείο: «Δεν έχω εμπιστοσύνη στους δημοσιογράφους, κυρίως στους σοβαρούς δημοσιογράφους ή τους υποτιθέμενους σοβαρούς. Αυτοί είναι οι χειρότεροι. Αυτοί είναι που σε εξαπατούν, όχι οι δημοσιογραφίσκοι του κίτρινου Τύπου. Οι δημοσιογραφίσκοι μπορεί να λένε ψέματα, αλλά όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι λένε ψέματα και κανείς δεν τους δίνει σημασία, ή σχεδόν κανείς. Αντίθετα, οι σοβαροί δημοσιογράφοι λένε ψέματα προφασιζόμενοι ότι λένε αλήθεια και γι’ αυτό όλος ο κόσμος τούς πιστεύει. Και γι’ αυτό τα ψέματά τους κάνουν τόσο μεγάλο κακό». Πράγματι, ο χυδαίος κιτρινισμός είναι εύκολα αναγνωρίσιμος – παίζει με ανοιχτά χαρτιά -, ενώ ο κιτρινισμός υψηλού επιπέδου (πιο δόκιμος ίσως είναι ο όρος «χειραγώγηση») είναι δύσκολο να εντοπιστεί, γιατί διεκδικεί με αξιώσεις εύσημα επιστημονικότητας. Δεν φτύνει κατάμουτρα χοντράδες, το στιλ του δεν είναι προκλητικό (με εξαιρέσεις) και το ύφος του δεν είναι αγοραίο. Σπανίως διαστρεβλώνει, συνήθως αποκρύβει ή υποβαθμίζει ό,τι δεν συμφέρει τη δεσπόζουσα ιδεολογία. Νομιμοποιεί και εκλαϊκεύει τις βασικές επιλογές της κυρίαρχης σκέψης, είναι ο οργανικός διανοούμενος των ελίτ.

Η ιστορία του κιτρινισμού της είδησης – και τελικά της ίδιας της δημοσιογραφίας – δεν είναι ούτε τωρινό, ούτε μονοσήμαντο ή εύκολα αντιμετωπίσιμο φαινόμενο. Πρόκειται για έναν πανίσχυρο μηχανισμό προπαγάνδας, που τελικά επιβάλλει όχι μόνο άποψη στον δημόσιο διάλογο και βίο, αλλά και την ίδια την αισθητική του. Η μεγαλύτερη «μαγκιά» του κιτρινισμού είναι ότι μπορεί πολύ εύκολα να φορέσει το μανδύα της αντικειμενικής ενημέρωσης και έχει την ευελιξία να μεταφέρεται από το περιθώριο των blogs στο mainstream των τηλεοπτικών πάνελ. Ο σύγχρονος κιτρινισμός, βοηθούμενος και από την αμεσότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, «υποχρεώνει», εκτός των άλλων, το κοινό και τα Μέσα να ασχοληθούν με τη θεματολογία που ο ίδιος ορίζει. Είτε γιατί το θέμα κατακλύζει τα πάντα μονομιάς, είτε γιατί υπαγορεύει την ανάγκη διάψευσης ή απάντησης, είτε απλώς γιατί το θέμα «πουλάει» (κάνει πολλά ‘‘κλικ’’ στην ορολογία της ιντερνετικής πιάτσας). Όμως, η δύναμη της κίτρινης δημοσιογραφίας ήταν ανέκαθεν η ικανότητά της να σε παρασύρει στη δίνη της, την ίδια στιγμή που νομίζεις ότι αντιστέκεσαι. Είτε είσαι κοινό, είτε δημοσιογράφος. Και μέσα σε αυτή τη δίνη να επιβάλλει, χωρίς καν να φαίνεται ότι το κάνει, τις δικές της πολιτικές προτεραιότητες.

Η ηθική της δημοσιογραφίας είναι ένα επίμαχο και αμφιλεγόμενο θέμα, ιδίως στις μέρες που διανύουμε. Και ο «ελεύθερος» τύπος οργώνει, μ’ αυτόν τον τρόπο, τις «ανοιχτές πληγές» μιας ακρωτηριασμένης και βαλσαμωμένης χώρας. Η είδηση, πλέον, σε εγχώρια και διεθνή πλαίσια, αμφιταλαντεύει πληροφορία και ηθικούς φραγμούς, γεννώντας το τέρας της λασπολογίας στον ειδησεογραφικό τομέα. Η γλώσσα της είδησης επιφέρει τρομολαγνικά υπονοούμενα, στο βωμό των συμφερόντων και της ψευτοδιαλλακτικής ιδεολογίας, προκαλώντας, εκτός από ένα κύμα ασυνείδητης σύγχυσης και έναν «όχλο» στοχοποίησης. Ασκεί καμουφλαρισμένη ή και απροκάλυπτη προπαγάνδα υπέρ ορισμένων θέσεων και απόψεων, ιδεολογημάτων, συμφερόντων. Ενέργειες και πρακτικές που «άνθισαν» στην εποχή του γκεμπελισμού, «οπλίζουν» ακόμα και σήμερα τα σύγχρονα «διαφωτιστικά μέσα».

Η δημοσιογραφία της «ζούγκλας» έχει εμφιλοχωρήσει σε ανησυχητικό βαθμό ακόμα και στη μικρή μας πόλη, στη γειτονιά μας, επιχειρώντας να διεγείρει τα πιο ταπεινά ένστικτα της κοινωνίας και να εμπεδώσει τη λογική της διαπόμπευσης και της κατάργησης οποιασδήποτε έννοιας ιδιωτικότητας και σεβασμού των προσωπικών δεδομένων. Ο στείρος βερμπαλισμός έχει παραδώσει, πλέον, τη σκυτάλη σ’ έναν εμπρηστικό και κίβδηλο λόγο, αποκαλύπτοντας την ένδεια των επιχειρημάτων και αποκαθηλώνοντας τις «αγνές» προθέσεις περί διαλόγου. Η απροκάλυπτη στόχευση στο στιγματισμό προσώπων και την κηλίδωση του αξιακού τους φορτίου, που έχει αποτυπωθεί στη συλλογική συνείδηση μέσα από μια μακρά κοινωνική πορεία, δεν αποτελεί μια ακόμα ιστορία εξοικείωσης με τη νοοτροπία της κλειδαρότρυπας, αλλά μάς φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στον κοινωνικό εκφασισμό. Πρόσωπα οικεία στο στενό περιβάλλον της μικρής μας κοινωνίας, άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας, των οποίων η προσωπική και κοινωνική ταυτότητα και διαδρομή διατηρεί διαχρονικά άοσμα τα «χνώτα» τους, λοιδωρούνται χωρίς όρια και ηθικούς φραγμούς και παρουσιάζονται ως αργυρώνητα φερέφωνα, ως μίσθαρνα όργανα και πραιτωριανοί μιας νεόκοπης κλίκας εξουσίας, που, δρώντας παρασκηνιακά, έχει ταχθεί να υπηρετήσει με το αζημίωτο μια αναδυόμενη κάστα άνομων συμφερόντων. «Δημοσιογραφούντες φυρερίσκοι», ιδεολογικά απολειφάδια ενός άφατου πνευματικού σκοταδισμού, φερέλπιδες μνηστήρες ενός ομιχλώδους κυκλώματος παραπολιτικής νομενκλατούρας, δεν ορρωδούν προ ουδενός, σπιλώνουν υπολήψεις και φθείρουν συνειδήσεις, στην απέλπιδα προσπάθειά τους να αναρριχηθούν σε οποιοδήποτε θώκο, που ευελπιστούν ότι θα τους εξασφαλίσει η προσδοκώμενη εξουσία. Ο στίβος της δριμείας, πλην καθαρής ιδεολογικής κριτικής και αντιπαράθεσης, έχει μετατραπεί σε μια σύγχρονη ρωμαϊκή αρένα, στην οποία ρίχνεται αδίστακτα η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ως βορά στα «θηρία» ενός αναίσχυντου τυχοδιωκτικού αριβισμού, με προφανή στόχο να προσφερθούν αφειδώς «άρτος και θεάματα» σ’ ένα «φιλοθεάμον» κοινό πνευματικών και κοινωνικών ανδράποδων. Όχι, λοιπόν, αυτός ο βόρβορος, που εκκολάπτεται στα σπλάχνα μιας απροκάλυπτης φενάκης, δεν συνάδει με την έγκυρη ενημέρωση και τη δημοσιογραφία. Η απύθμενη υποκρισία, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, συνίσταται στο γεγονός, ότι ο δήθεν καταγγελτικός λόγος εκφέρεται συχνά από ανθρώπους που δεν διαθέτουν την «έξωθεν καλή μαρτυρία», καθότι έχουν εκχωρήσει προ πολλού το ιδεολογικό και ηθικό τους «έρμα», φέροντας στους ώμους τους ένα ανεξίτηλο άγος, βαριά κληρονομιά από την κοινωνική τους «θητεία». Καγχάζουν όψιμα ως θερμοί προπαγανδιστές μιας κοινωνικής ευτοπίας, τις αξίες της οποίας ουδέποτε ενστερνίστηκαν, μα ούτε και για τα οράματά της ποτέ αγωνίστηκαν. Καλό και φρόνιμο θα είναι, λοιπόν, αυτοί οι «επιβήτορες» της ηθικής να συνειδητοποιήσουν κάποτε, ότι η αβάσταχτη ελαφρότητα της «δημοσιογραφίας» που πρεσβεύουν και υπηρετούν, οδηγεί αναπόδραστα σε μια πλήρως απαξιωμένη, «φτηνή» και «παρακμιακή» κοινωνία, της οποίας αναπόσπαστα μέλη θα είναι και οι ίδιοι.

Μοιραστείτε το: Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterEmail this to someonePrint this page

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *